O αγαπημένος συνθέτης και μαέστρος, Lucio Demare, έδωσε μια μακροσκελή συνέντευξη στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Osvaldo Soriano, η οποία δημοσιεύτηκε σε τμήμα της (εξαφανισμένης πια) εφημερίδας La Opinión, στις 27 Ιανουαρίου 1974.
Τα δάχτυλα του Demare άγγιζαν τα πλήκτρα του πιάνου με την ίδια αίσθηση με την οποία συνέθετε μελωδικά tango. Ο χαρακτήρας του ως άνθρωπος και η έκφρασή του μέσα από τη μουσική ήταν το ίδιο πράγμα, χωρίς διαφορές, η καλοσύνη του ήταν εμφανής στη μουσική του. Ήταν ρομαντικός όπως κανείς άλλος όταν έπαιζε στο πιάνο. Γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1906 στο Μπουένος Άιρες και επίσης εκεί άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Μαρτίου 1974. Από τις συνθέσεις του ξεχωρίζουμε τα «Dandy», «Mañana zarpa un barco», «Sorbos amargos», «Pa mí es igual», «Negra María», «Malena», «LupereasreasTa», «Lupe», «Mañanitas de Monmartre», «Tal vez será su voz», «Mientras vivas», «Más allá de mi rencor», «Hermana», «Telón», «No nos veremos más», «Milonga en rojo» και άλλα.
«Γεννήθηκα στην περιοχή της αγοράς Abasto, κοντά στη γωνία των οδών Gallo και San Luis. Ήταν η καρδιά της πόλης. Πάντα μου άρεσαν τα χαρακτηριστικά της πόλης του Μπουένος Άιρες όπως η γειτονιά και οι φίλοι μας. Όταν ήμουν πέντε χρονών, μετακόμισα με τους γονείς μου λίγο πιο μακριά, στην περιοχή Colegiales. Δεν έπαιζα παιχνίδια στους δρόμους σε εκείνη την ηλικία, καθώς έπαιζα πιάνο. Αλλά ένιωθα το παίξιμο μου ήταν ένα αυθεντικό ακόμα και από εκείνη την ηλικία. Μέναμε με όλη την οικογένεια σε δύο δωμάτια. Η μητέρα μου, μου φώναζε όταν το φαγητό κρύωνε, και όταν δεν πήγαινα να φάω, με απειλούσε λέγοντάς ότι θα το πετούσε, αν συνέχιζα να παίζω πιάνο. Νομίζω ότι γεννήθηκα για τη μουσική. Αλλά αν αναρωτιέμαι από πού προήλθε, δεν ξέρω. Ο μπαμπάς ήταν μουσικός, απόφοιτος του ωδείου Santa Cecilia, καλός βιολιστής. Δεν ξέρω αν η μουσική ήταν ένα δώρο που κληρονόμησα από αυτόν. Μου έμαθε λίγη θεωρία, να διαβάζω τις παρτιτούρες και τις βασικές συγχορδίες στα πλήκτρα. Αργότερα είχα έναν δάσκαλο για δύο χρόνια, αλλά μετά από αυτό το διάστημα, μου είπε: «Δεν έχω τίποτα άλλο να σου διδάξω». Ο γέρος μου έπαιζε με τον πατέρα του Francisco Amicarelli και ο τελευταίος μια μέρα του είπε: «Κοίτα, αν ο γιος σου έχει τις ικανότητες που λες, έχω έναν δάσκαλο γι' αυτόν». Ο δάσκαλος ήταν ο Scaramuzza, ο οποίος είχε μια ιδιαιτερότητα: αν δεν πληρούσες τις απαιτήσεις που θεωρούσε απαραίτητες, σε έστελνε να εξασκηθείς μέχρι να είσαι έτοιμος με τη γυναίκα του ή την αδερφή του, αλλιώς σε απέρριπτε. Ήμουν τυχερός που με δέχτηκε. Ο Scaramuzza διόρθωσε όλες τις αδυναμίες που είχα αλλά χρειάστηκα χρόνο μέχρι να τις αποβάλλω. Μου δίδαξε επίσης τη σωστή στάση για τα χέρια μου, την χαλάρωση τους και πολλά άλλα πράγματα. Τον καταλάβαινα και με αγαπούσε πολύ.
Όταν ήμουν έξι χρονών κάθισα για πρώτη φορά στο πιάνο και ήδη σε ηλικία οκτώ κέρδιζα τα προς το ζην από τη μουσική. Πληρωνόμουν σαράντα πέσος το μήνα δουλεύοντας σε έναν κινηματογράφο κοντά στο σπίτι, συνοδεύοντας μουσικά την προβολή βωβών ταινιών. Έπαιζα από τις δύο το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα. Παρότι ήταν μια δύσκολη δουλειά, την έκανα με αγάπη. Αυτό συνέβη γύρω στο 1914 και από τότε δεν έχω σταματήσει να εργάζομαι. Σε εκείνον τον κινηματογράφο, κάποτε ήρθε ένας άντρας με την κόρη του για να κάνουν πρόβα. Το κορίτσι ήταν περίπου στην ηλικία μου. Περίμεναν μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα, όταν τελείωναν οι ταινίες, για να ξεκινήσουν την πρόβα. Έβαλε τις παρτιτούρες στο πιάνο και ζήτησε τον μαέστρο. Όταν εμφανίστηκα και με είδε να φοράω κοντό παντελονάκι, μάζεψε τις παρτιτούρες και σκόπευε να φύγει. Δεν δέχτηκε καμία εξήγηση μέχρι που έφτασε ο ιδιοκτήτης και του είπε: «Άκουσε αυτό το αγόρι, είναι αρκετά καλός». Ο άντρας το σκέφτηκε και συμφώνησε να με ακούσει. Άρχισα να παίζω. Λίγο αργότερα ήρθε πιο κοντά μου και άρχισε να γυρίζει τις σελίδες, και όταν έπαιξα έξι ή οκτώ σελίδες από τις μελωδίες, του είπα: «Κοιτάξτε, κύριε, υποθέτω ότι η κόρη σας τραγουδάει καλά, αλλά δεν κάνω πρόβα δύο φορές». Ήταν ο πατέρας της Imperio Argentina (σημείωση: Η Imperio Argentina ήταν διάσημη ηθοποιός και τραγουδίστρια της Αργεντινής), ήταν τότε ακόμα κοριτσάκι. Μέχρι τότε το κοριτσάκι ονομαζόταν Petit Imperio. Λίγο αργότερα ήταν πολύ ενθουσιασμένος, ήταν τρελός για μένα. Ήθελε να με πάει μια περιοδεία στο Νότο και άρχισε να το συζητάει τον πατέρα μου, αλλά τελικά δεν δέχτηκα.
Στον κινηματογράφο έπαιζα αποσπάσματα όπερας, τραγούδια διάφορων ειδών, τα πάντα εκτός από tango. Το tango ήταν κάτι που υπήρχε στους δρόμους και πιο συγκεκριμένα σε μια ειδική περιοχή. Επιπλέον, ήταν κάτι που απευθυνόταν σε ενήλικες. Αργότερα για μένα ήρθε η μουσική τζαζ. Άρχισα να παίζω με τον Nicolás Verona, έναν μουσικό που έπαιζε μπάντζο (σημείωση: Το μπάντζο είναι μουσικό όργανο) και διηύθυνε μια ορχήστρα στο σινεμά Real στην οδό Esmeralda. Σε αυτόν τον κινηματογράφο, όπως και σε άλλους, έπαιζαν τρεις ορχήστρες. Μια «κλασική» στη κεντρική σκηνή, μια τζαζ μπάντα σε μια μικρή σκηνή και μια ορχήστρα tango σε μια άλλη. Έκατσα εκεί για περίπου τρία χρόνια μέχρι που ήρθε ο Adolfo Carabelli και με πήρε από το σινεμά Real για να με πάει σε ένα καμπαρέ: το «El Tabarís». Το πρόβλημα ήταν ότι ήμουν σχεδόν δεκαέξι ετών και δεν μου επιτρεπόταν να δουλέψω σε εκείνο το μέρος ως ανήλικος. Φυσικά, δεν μπορούσαν να με δουν καλά, δεν ήμουν ψηλός, οπότε είπα στη μητέρα μου ότι έπρεπε να φοράω μακρύ παντελόνι και η μαμά μου, σαν καλή «Ιταλίδα» που ήταν, μου είπε ότι θα φορέσω τα «μακριά» μόνο όταν γινόμουν 18. Τότε της είπα: «Μα, μαμά, αυτό είναι καμπαρέ, δεν μπορώ να πάω έτσι, είναι γελοίο!» Έτσι φόρεσα το «μακρύ παντελόνι» για να παίξω στο El Tabarís. Εκεί δοκίμασα μερικά κομμάτια tango, και ενθουσιάστηκα γιατί τελικά, μου άρεσαν πολύ. Αλλά μέχρι τότε δεν το έβλεπα ως την αποκλειστική μουσική που θα ήθελα να παίζω.
Ο δάσκαλός μου στο tango ήταν ο Minotto (Enrique Di Cicco) (σημείωση: O Enrique Di Cicco ήταν μπαντονεονίστας και βασικό μέλος της ορχήστρας του Francisco Canaro). Αυτός ήταν που μου μάθαινε πως έπρεπε να παίζω. Όλα αυτά τα έκανε όταν έφευγε ο Canaro, στις τρεις το πρωί, επειδή στον Canaro δεν άρεσε που μέλη της ορχήστρας του συνεργαζόταν με άλλα άτομα που δεν ανήκαν στη δικιά του ορχήστρα. Μερικούς μήνες αργότερα, ζήτησα από τον Canaro να με πάει στην Ευρώπη. Με ρώτησε τι ήθελα να κάνω και απάντησα: «Tango». «Δεν ξέρεις να παίζεις Tango», απάντησε. Εγώ του απάντησα ότι μάθαινα και ότι μου άρεσε, αλλά δεν απάντησε τίποτα. Πέρασε λίγος καιρός και μια μέρα με ρώτησε αν είχα ακόμα όρεξη να πάω στο Παρίσι. Πέρασα δύο χρόνια μαζί του, ήταν το 1926. Ήμουν περίπου 19 ετών. Το 1927 γνώρισα τον Carlos Gardel, ήταν η εποχή που με τον Canaro έπαιζα μόνο tango και είχα συνθέσει μερικά, αλλά δεν θυμάμαι αν τους έδωσα τίτλους, τουλάχιστον από την αρχή. Ένα από αυτά ήταν αργότερα το "Mañanitas de Montmartre". Συνήθιζα να φωνάζουμε τον Canaro με το παρατσούκλι "Pirincho", αλλά τα αδέρφια του τον φώναζαν "Kaiser", επειδή ήταν πολύ σκληρός τύπος. Μαζί του μοιράστηκα πολλά ευχάριστα πράγματα, όπως το ταξίδι στην Ευρώπη, όπου τον είδα ως ένα σοβαρό, υπεύθυνο άτομο, με όραμα για τα πράγματα.
Έπαιξα το "Mañanitas de Montmartre" μπροστά σε κοινό όταν ακόμα δεν του είχα δώσει τίτλο και ούτε το είχα ανακοινώσει. Στη συνέχεια, από διάφορα τραπέζια με ρώτησαν για το όνομα του tango. Ενθουσιάστηκα λόγω της αναγνώρισης που πέτυχε, οπότε συνέθεσα άλλο ένα tango, το "Dandy". Φυσικά, ούτε αυτό είχε όνομα. Πιο μετά προστέθηκαν στίχοι και ο τίτλος και ο Gardel το παρουσίασε για πρώτη φορά.Όλα ήταν ιδανικά. Το ένα πέσο αντιστοιχούσε σε δέκα φράγκα. Όταν έφτασα στο Παρίσι, είδα αρκετούς μουσικούς, έπαιζαν με τον Canaro, με τον Bianco-Bachicha, και τον Manuel Pizarro. Είχαν όλοι τους αυτοκίνητο. Εγώ μπόρεσα να αποκτήσω αυτοκίνητο μόνο μετά από οκτώ ή δέκα μήνες, επειδή ταξίδευα μόνο με τον πατέρα μου και ήθελα να πάρω μαζί μου και τη μητέρα μου και τους δύο αδερφούς μου. Δεν σταμάτησα μέχρι να το πετύχω. Πλήρωσα για το πρώτο μου αυτοκίνητο 23.000 φράγκα. Μόλις το πήρα, δεν ήξερα τι να το κάνω, δεν είχα χρόνο να το οδηγήσω, επειδή δούλευα από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Μόνο εκείνη την ώρα μπορούσα να κάνω μια βόλτα, αλλά τίποτα άλλο.
Ο Canaro ήταν αρκετά καλός χαρακτήρας. Θυμάμαι ότι είχε ένα όμορφο «voiturette» (σημείωση: μικρό αυτοκίνητο) και ήθελε να αγοράσει ένα ζευγάρι γάντια για οδήγηση. Μια μέρα, συναντήθηκε με τον μπαμπά μου και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε μαζί στο μαγαζί. Η πωλήτρια ήταν ένα πολύ ευχάριστο κορίτσι. «Τι χρειάζεστε;», τους ρώτησε. «Ένα ζευγάρι γάντια οδήγησης», απάντησε ο Canaro. H πωλήτρια ρώτησε «Quellemesure;» (Τι μέγεθος;), αλλά ο Canaro κατάλαβε «Quellevoiture;» (Τι αυτοκίνητο;). Τότε εκείνος περήφανα απάντησε: «Renault». Η γυναίκα τον κοίταξε σαστισμένη. Έπειτα, ο Canaro πρόσθεσε: «Δέκα άλογα και μερικά άλλα πράγματα». Όταν η παρεξήγηση λύθηκε, ο Canaro ντράπηκε βαθιά. Γύρισε και είπε στον πατέρα μου χαμηλόφωνα: «Έχω βαρεθεί αυτούς τους ξένους».
Νοίκιασα ένα διαμέρισμα για τη μητέρα μου, με κουζίνα, μπάνιο και μερικά αρκετά καλά έπιπλα, μόνο με 750 φράγκα το μήνα. Έβγαζα 600 την ημέρα. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που πήγαιναν στο Παρίσι έτσι απλά για να πάνε. Περιπλανιόντουσαν στους δρόμους προσπαθώντας να βρουν κάποια «λεφτά» κάπου. Ήταν αποτυχημένοι τραγουδιστές ή μουσικοί με προβληματική συμπεριφορά, που έμεναν σε μια δουλειά το πολύ 15 ημέρες και στη συνέχεια άντεχαν για δύο μήνες χωρίς να κάνουν τίποτα. Αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούσαν πάντα να πλησιάσουν Αργεντινούς συναδέλφους τους για να τους παρακαλέσουν. Κάποιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους τραγουδιστές και, στην πραγματικότητα, δεν ήταν τίποτα, ή νόμιζαν ότι ήταν μουσικοί και δεν διάβαζαν καν μουσική. Ανήκαν σε αυτό το είδος «έξυπνων» ανθρώπων, σε αυτούς που περίμεναν την ευκαιρία για να σε εξαπατήσουν. Όλοι είχαν έδρα την οδό Pigalle ή την Παναγία των Παρισίων. Αυτοί ήταν οι «αγκυροβολημένοι στο Παρίσι». Εκείνη την εποχή, ο Gardel είχε μόλις κάνει το ντεμπούτο του στο «Gaumont», μία μουσική σκηνή όπου έδιναν συναυλίες διεθνείς καλλιτέχνες. Τα κατάφερνε καλά, και οι γυναίκες τον χειροκρότησαν περισσότερο. Για εκείνες, ο Gardel ήταν ένα πλάσμα ενός άλλου κόσμου. Μαζί μας συμπεριφερόταν σαν ένας χαλαρός και ειλικρινής άνθρωπος, αλλά μόλις έβλεπε κάτι παράξενο, αναστατωνόταν. Σε μια περίπτωση, έμαθε από κάποιους φίλους του για έναν τραγουδιστή που τον μιμούνταν. Δεν είπε τίποτα, αλλά όταν βρήκε έναν δίσκο στον οποίο η ηχογράφηση ήταν δικιά του, αλλά η δισκογραφική εταιρεία είχε αλλαχτεί από τον μιμητή, είπε απλώς: «Όχι, παιδιά, αυτός είναι κόπανος». Αυτοί οι τύποι ήταν μάστιγα. Όποιος μπορούσε να παίξει ένα όργανο ή να τραγουδήσει λίγο , πήγαινε στο Παρίσι για να εκμεταλλευτεί τη φήμη των άλλων.
Εγώ δεν είχα και πολλή επαφή με τον Gardel. Όταν στάθηκε δίπλα μου στο «Ambassador», με ρώτησε εάν μπορούσε να τραγουδήσει το «Dandy». Μετά κανονίσαμε μια πρόβα στο σπίτι μου. Σαν κύριος, ήρθε την ώρα που είχαμε συμφωνήσει. Αργότερα τον κάλεσα να φάει ένα puchero (βραστό δείπνο) και μου είπε: «Η μαμά σου είναι Ιταλίδα ή Ισπανίδα;». «Ιταλίδα», απάντησα. «Τότε θέλω να φάω ζυμαρικά». Έτσι κανονίσαμε για την επόμενη μέρα να φάμε ραβιόλια. Και ενώ η μαμά μου ήταν στην κουζίνα και ετοίμαζε τα ραβιόλια, της τραγούδησε το «Dandy» και της είπε: «Κοίτα, αυτό το κομμάτι είναι εκπληκτικό και με αυτό θα βάλω ένα γκολ». Ήταν ένας σοβαρός άνθρωπος που δεν έλεγε πολλά. Ένας σπουδαίος άνθρωπος, απ' όσο γνώριζα. Και σας το λέω αυτό χωρίς την πρόθεση να σας μπερδέψω περισσότερο. Πιθανώς είχε ελαττώματα, αλλά δεν ήταν εύκολο να τα δει κανείς. Βοηθούσε τους ανθρώπους και δεν ζητούσε τίποτα σε αντάλλαγμα. Μέχρι τότε βρισκόταν στο απόγειο της φήμης του, αλλά για αυτόν δεν ήταν βάρος να βοηθάει τον κόσμο.
Μετά την σύνθεση του «Dandy» και αφότου πέρασα δύο χρόνια με τον Canaro, αποφάσισα με τους Irusta και Fugazot, να φτιάξουμε ένα τρίο. Κάναμε το ντεμπούτο μας σε ένα θέατρο και παίζαμε με επιτυχία για τρεις μήνες. Αλλά ήμουν ένα αγόρι που θεωρούσε τον εαυτό του μουσικό, και αυτό που κάναμε δεν ήταν και πολύ διασκεδαστικό. Τότε με ρώτησαν τι θα ήθελα να κάνω. Τους είπα ότι λαχταρούσα να ενταχθώ σε μια ομάδα, ότι ήθελα να έχω μουσικούς, να γράφω tango. «Δεν υπάρχουν Αργεντινοί μουσικοί», μου είπαν, και απάντησα: «Θα βρω όλους τους Αργεντινούς μουσικούς που μπορώ». Γεγονός είναι ότι δούλεψα σκληρά μόνος μου μέχρι να τους ξανασυνδέσω όλους. Ανάμεσά τους ήταν ο Héctor María Artola και ο Antonio Polito. Στο Μπουένος Άιρες κάναμε ένα επιτυχημένο ντεμπούτο στο θέατρο Broadway, αλλά δυστυχώς ο Roberto Fugazot είχε ένα ατύχημα σε ένα ασανσέρ που έπεσε από τον τρίτο όροφο. Ήταν με τον Juan Carlos Cobián και τον Enrique Cadícamo, αλλά μόνο αυτός τραυματίστηκε (έσπασε το πόδι του). Χρειάστηκε να περάσει τέσσερις μήνες με γύψο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα η επιτυχία μας να διακοπεί. Όταν ανάρρωσε, εργαστήκαμε στο Monumental, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τα ίδια.

Το μουσικό τρίο Irusta - Fugazot - Demare
Όταν έφτασε το 1931, ψάχναμε να δούμε για το τι θα κάνουμε επαγγελματικά. Συμφωνήσαμε να ταξιδέψουμε ξανά, καθώς η κινηματογραφική εταιρεία Paramount που προσέλαβε τον Gardel ενδιαφερόταν για εμάς, αλλά ο Fugazot -ο οποίος ήταν πολύ ιδιόρρυθμος- είπε όχι: «Όχι, όχι, όχι εμείς. Οι Αμερικανοί θα μας προσλάβουν για μερικές εβδομάδες, θα μας βάλουν να δουλέψουμε για τέσσερις ή πέντε ταινίες, θα μας πληρώσουν μερικά δολάρια και... αντίο. Αντ' αυτού, θα γυρίσουμε την ταινία που αρέσει σε εμάς». Έτσι πήγαμε στην Ισπανία για να γυρίσουμε μια ταινία, την «Boliche». Αυτό για το οποίο είμαι πιο περήφανος, είναι αυτό που έκανα για τον αδερφό μου Lucas, τον οποίο αγαπώ. Λέει ότι δεν θα είχε γυρίσει ποτέ καμία ταινία αν δεν ήμουν εγώ (σημείωση: Μιλάει για τον αδερφό του Lucas Demare, έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του Αργεντίνικου κινηματογράφου, με αρκετές δεκάδες ταινίες στην καριέρα του). Όταν ήταν μικρός, ήρθε στην Ευρώπη ακολουθώντας την μαμά μας, και ξεκίνησε να παίζει λίγο πιάνο. Αργότερα επέστρεψε ξανά στο Μπουένος Άιρες και άρχισε να σπουδάζει μπαντονεόν. Ο Lucas πήγε στο σπίτι του Pedro Mafia για να σπουδάσει μαζί του. «Παίζω πιάνο», του είπε. «Το να παίζεις πιάνο δεν έχει καμία σχέση με το μπαντονεόν», απάντησε ο Μάφια. Μετά έμαθε κάτι και ήρθε να δουλέψει μαζί μου. Και έτσι πήγαν τα πράγματα μέχρι που ξεκινήσαμε να δουλεύουμε για την ταινία «Boliche». Ο αδερφός μου πέρασε περίπου δεκαπέντε μέρες παρακολουθώντας τα γυρίσματα μεταξύ πλάνων και τον εξέπληξε η κινηματογράφηση. Αρχίσαμε να δουλεύουμε σκληρά. Τα γυρίσματα διήρκεσαν περίπου 8 μήνες, με σκηνοθέτη έναν Ισπανό, τον Paco Elías. Ο Antonio Graciani ήταν ο σεναριογράφος. Εγώ έπαιζα τον ρόλο ενός τυφλού μουσικού και οι συνεργάτες μου έπαιζαν τους ρόλους των τραγουδιστών. Τα οκτώ ή εννέα τραγούδια που συμπεριλήφθηκαν ήταν όλα επιτυχίες μου. Η ταινία πήγε καλά στο box office, αλλά δεν πήραμε χρήματα, επειδή ο διανομέας κράτησε όλα τα κέρδη για τον εαυτό του. Η ταινία προβλήθηκε σε έναν κινηματογράφο που βρισκόταν μπροστά από αυτόν που παρουσίαζε το «Luces de Buenos Aires», με πρωταγωνιστή τον Gardel, οπότε είχαμε την ευκαιρία να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον όσων μόλις είχαν δει τον Gardel. Τι πολλές γυναίκες! Ήταν τρελές γι' αυτόν, αλλά αυτός, προσωπικά, ήταν εξαιρετικά διακριτικός. Εκτός του Gardel, το tango είχε και άλλους εξαιρετικούς τραγουδιστές. Για παράδειγμα, ο Corsini, είχε μια σπουδαία προσωπικότητα. Μόλις άνοιγε το στόμα του, καταλάβαινες ότι ήταν ο Corsini. Οι άνθρωποι συχνά διαφωνούσαν για τον Gardel και τον Corsini, επειδή οι δύο τραγουδιστές υποστήριζαν διαφορετικές ποδοσφαιρικές ομάδες (River και Boca). Εκπληκτικός τραγουδιστής ήταν και ο Magaldi, ένα πραγματικό τέρας του τραγουδιού. Μερικοί από αυτούς τους τραγουδιστές αδικήθηκαν, όπως συνέβη με τον Rodríguez Lesende. Ήταν καλός στο να τραγουδάει tango, αλλά ούτε του δόθηκε η ευκαιρία να ηχογραφήσει, ούτε εμφανίστηκε στην τηλεόραση, αλλά όταν τον άκουγες, έλεγες: «Να ένας τραγουδιστής».
Όταν πήγαμε στην Κούβα για περιοδεία, και αφού είχαμε κάνει δύο ταινίες, ο Lucas μου είπε τελικά ότι ήθελε να παραιτηθεί από την ορχήστρα. Εγώ επέστρεψα στο Μπουένος Άιρες, αλλά αυτός πήγε στην Ισπανία. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με τις πρώτες αψιμαχίες του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Όταν ήταν στη Βαρκελώνη, μου είπε ότι για να βγει έξω και να φέρει φαγητό, έπρεπε συχνά να τυλιχθεί με κουρέλια για να αποφύγει κάποια πιθανή αδέσποτη σφαίρα. Δούλευε ως βοηθός σε αρκετές ταινίες, μέχρι που ο πρόξενός μας διατάχθηκε να επαναπατρίσει όλους τους Αργεντινούς πίσω στην πατρίδα. Εδώ δεν βρήκε δουλειά, μέχρι που ο Canaro του πρότεινε να γυρίσει μια ταινία γι' αυτόν. Έτσι γύρισε το "Dos amigos y un amor" με τον Pepe Iglesias. Ήταν τότε 22 ετών, αργότερα γύρισε και μερικές άλλες, αλλά η επιτυχία ήρθε με το "Chingolo" με τον ηθοποιό Luis Sandrini. Αργότερα ακολούθησαν το "El viejohucha" και το "La guerragaucha", με τα οποία έγινε ακόμα πιο διάσημος.
Το 1935 επέστρεψα στην ορχήστρα του Canaro. Ήμουν συνεργάτης του σε μουσικές κωμωδίες για δύο χρόνια. Τις ενορχήστρωνα και τις διηύθυνα. Μετά από αυτό, δημιούργησα την πρώτη μου ορχήστρα με την οποία έκανα το ντεμπούτο μου το 1938. Νομίζω ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος στη ζωή μου ως μουσικός, ήταν μια ποιοτική ορχήστρα που έπαιζε με ακρίβεια. Όταν έπρεπε να διαλέξω έναν τραγουδιστή, πάντα λάμβανα υπόψη το υπόβαθρό του ή τη συμβουλή κάποιου. Στην πρώτη μου οντισιόν για τραγουδιστή, ήρθε ένα αγόρι από το Chivilcoy. Το όνομά του ήταν Juan Carlos Miranda και εξελίχθηκε σε καλό τραγουδιστή. Δεν ήταν αυστηρά τραγουδιστής tango, ήταν μάλλον «chansonnier». Αργότερα εμφανίστηκε ο Raúl Berón. Η ορχήστρα μου ήταν δημοφιλής για δέκα χρόνια. Ήταν μια πολύ καλή ομάδα, είχαμε ένα ωραίο στυλ και ένα ρεπερτόριο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχω το κοινό μου. Η δουλειά μας άρχισε να παρακμάζει το 1948. Χάναμε χώρο στα ραδιόφωνα και οι μουσικοί συνειδητοποίησαν ότι το να είσαι μουσικός δεν ήταν ένας πολλά υποσχόμενος τρόπος ζωής. Μετά άρχισα να απασχολούμαι μόνος μου. (σημείωση: Εννοεί ως ελεύθερος επαγγελματίας) Μεταξύ άλλων έγραφα και μουσική για ταινίες.

Ο Lucio Demare με τον τραγουδιστή Raul Beron και την ορχήστρα του το 1943
Για μένα, η χρυσή εποχή του τάνγκο ήταν το 1935, δεν ξεκίνησε ακριβώς το 1940. Σήμερα, ο πολίτης του Μπουένος Άιρες (1974) δεν διατηρεί τα χαρακτηριστικά του λάτρη του tango της εποχής μου. Το tango πρέπει να γίνεται κατανοητό και αυτό συμβαίνει τουλάχιστον όταν είσαι 45 ετών. Είναι η εποχή που αρχίζεις να βλέπεις ότι το tango έχει κάτι, πράγματα που βιώνεις και αρχίζουν να σε πληγώνουν. Πάντα συνέθετα τα κομμάτια μου μόνος. Θυμάμαι ένα βράδυ το 1931, εμείς οι τρεις (Roberto Fugazot και Agustín Irusta) ήμασταν μαζί. Σηκώθηκα επειδή δεν μπορούσα να κοιμηθώ και πήγα στο δωμάτιο μουσικής. Άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στα βιβλία και βρήκα το "Por el camino adelante" του Joaquín Dicenta, Jr. Το μελοποίησα στις τρεις το πρωί. Μου άρεσε να συνθέτω μουσική για κείμενα που είχαν γραφτεί προηγουμένως, είχα αυτό το ταλέντο. Οι περισσότερες ηχογραφήσεις που έκανα με τον Manzi ήταν έτσι. Συνέθεσα τη μουσική του «Malena» σε λιγότερο από 15 λεπτά. Ο Manzi μου είχε δώσει τους στίχους περίπου δέκα μέρες πριν. Είπα στον εαυτό μου: «Απόψε ο Manzi θα έρθει και θα του δείξω πώς τουλάχιστον ξεκινάει αυτό το tango». Μετά κάθισα σε ένα καφέ και το έγραψα από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να αλλάξω τίποτα απολύτως. Ήταν το καλοκαίρι του 1942, στο «El Gran Guindado», ένα μπαρ στην οδό Acevedo και στη λεωφόρο Libertador, απέναντι από τον ζωολογικό κήπο, που λίγο αργότερα κατεδαφίστηκε.
H παρτιτούρα του tango «Malena»
Ο Manzi ήταν ένας μεγάλος τελειομανής, ήταν σαν μουσικός που έγραφε. Δεν έγραφε κάτι τυποποιημένο. Κάτι πολύ ιδιαίτερο σε αυτόν ήταν ότι πρώτα έβαζε τον τίτλο και αργότερα ανέπτυσσε το ποίημα. Με τον τίτλο κατά νου, τα υπόλοιπα λειτουργούσαν εύκολα. Αλλά είχε ένα άλλο ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Για παράδειγμα, αν σήμερα είχε γράψει τους στίχους για το «Sur», αύριο θα το ξεχνούσε. Ο Homero είχε αυτή την τρυφερότητα, αυτή τη ζεστή εικόνα, ήταν ένας άντρας που πάντα γοήτευε τις γυναίκες, τις επαινούσε. Όταν άρχιζε να λέει πράγματα σε μια γυναίκα έπρεπε να περιμένεις πολύ ώρα μέχρι να τελειώσει. Τον γνώρισα για πρώτη φορά όταν ήταν αφοσιωμένος στην πολιτική, με το Ριζοσπαστικό Κόμμα το 1946 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τον Crisólogo Larralde. Πολύ αργότερα μεταπήδησε στον Περονισμό. Με τον Discépolo δεν κατάφερα ποτέ να κάνω τίποτα. (σημείωση: Αναφέρεται στον Enrique Santos Discépolo που ήταν γνωστός στιχουργός tango) Μια μέρα του είπα: «Πότε θα φτιάξουμε ένα tango μαζί;». Απάντησε: «Αυτή τη στιγμή, φέρε μου τη μουσική». Του είπα ότι έπρεπε να φέρει πρώτα αυτός τους στίχους, αλλά μου απάντησε: «Όχι. Αν δεν έχω πρώτα τη μουσική, δεν μπορώ».
Για μένα, η περίοδος του Παρισιού και τα πρώτα μου βήματα, τώρα μου φαίνονται σαν ένα όνειρο και τίποτα άλλο. Επίσης, τα δέκα χρόνια της ορχήστρας μου. Νομίζω ότι ανάμεσα στα έργα μου υπάρχουν μερικά που είναι πιο αξιοσημείωτα: «Mañanitas de Montmartre», «Sentimiento tanguero», «Sorbos amargos», «Malena», «Solamente ella». Συνεχίζω να γράφω και έχω πολλά αδημοσίευτα κομμάτια. Δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τη μουσική και χαίρομαι γι' αυτό.»
Πηγή: ( http://www.todotango.com/english/history/chronicle/80/Demare-Interview-to-Lucio-Demare/ )
